Εξοργισμένος με τους τακτικισμούς του Νίκου Κοτζιά ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας έδωσε εντολή το πρωί της 17ης Οκτωβρίου στον υπουργό Επικρατείας Δημήτρη Τζανακόπουλο να καταστήσει σαφές ότι όποιος δυσφορεί μπορεί να κατέβει από το τρένο της κυβέρνησης. Ο κύβος για την απομάκρυνση του Κοτζιά από το υπουργείο Εξωτερικών είχε ήδη ριφθεί. Ο Κοτζιάς περίμενε απεγνωσμένα ένα τηλεφώνημα του πρωθυπουργού ή μια δήλωση στήριξής του που δεν έγινε ποτέ. Αντίθετα το πρωί της 17ης Οκτωβρίου στο Μέγαρο Μαξίμου επικρατούσε αναβρασμός με τις επιθετικές διαρροές του Κοτζιά περί μη κάλυψής του στο υπουργικό συμβούλιο και τις απειλές παραίτησής του. Σύμφωνα με απολύτως έγκυρες πηγές, ο κ. Τσίπρας μιλώντας σε συνεργάτες του δήλωσε απερίφραστα ότι «τελειώσαμε» με τον Κοτζιά αδιαφορώντας για τις διαρροές.
Τα αποτελέσματα των εκλογών στη Βαυαρία την Κυριακή 14 Οκτωβρίου επιβεβαιώνουν την δυναμική των πολιτικών εξελίξεων σε όλη σχεδόν την Ευρώπη. Ότι τα ισχυρά παραδοσιακά κόμματα, τα συντηρητικά και τα σοσιαλδημοκρατικά καταρρέουν και στον νέο πολιτικό χάρτη που ήδη δημιουργείται ενισχύονται ακροδεξιά κόμματα και δημαγωγικές δυνάμεις, ενώ η Αριστερά αδυνατεί να καλύψει το κενό που αφήνουν τα μεγάλα κόμματα. Σαφώς και προκαλεί τρόμο αυτό το σκηνικό, αλλά αρκετοί στην Ευρώπη το αντιμετωπίζουν με διάθεση στατιστικών αναλύσεων και όχι με πολιτικούς και ιστορικούς όρους.
Στο σύνολό τους τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα είτε συνεργάστηκαν με τα συντηρητικά, είτε ενσωματώθηκαν στις αντιλαικές πολιτικές και ισοπεδώθηκαν. Η εικόνα αυτή, ζωντανή σε όλη την Ευρώπη, δεν έχει γίνει ακόμη κατανοητή ούτε στην ΕΕ, ούτε στην Ελλάδα. Ο ΣΥΡΙΖΑ , αντί να αναζητήσει τη νέα του ταυτότητα , βαδίζει στα ίχνη των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων , με στόχο την διακυβέρνηση όπως -όπως. Κάνει δηλαδή το ίδιο λάθος, χωρίς να το ομολογεί, ίσως και να μην τον ενδιαφέρει . Όπως όμως κατέδειξαν οι εργασίες της ΚΕ , ο ΣΥΡΙΖΑ έχει και ισχυρές υγιείς δυνάμεις που έκρουσαν τον κώδωνα του κινδύνου. Αλλά κάποιοι φαίνεται φορούν ωτοασπίδες.…
του Σωτήρη Σιδέρη
Η δολοφονία της δημοσιογράφου Βικτόρια Μαρίνοβα (η τρίτη στην ΕΕ , μετά την δολοφονία της Γκαλίζια στη Μάλτα και του Κούτσιακ στην Σλοβακία) στη Βουλγαρία σόκαρε και προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στον δημοσιογραφικό κόσμο, αλλά και στην Ευρώπη. Αξιωματούχοι της ΕΕ αποδοκίμασαν τη δολοφονία. Μέχρις εκεί. Γιατί οι δολοφόνοι, οι διεφθαρμένοι αξιωματούχοι στη Σόφια που λεηλατούν τα κρατικά και κοινοτικά κονδύλια είναι λίγο πολύ γνωστοί στις Βρυξέλλες που δείχνει πλέον ανίκανη να αναστρέψει την εικόνα σήψης που εκπέμπει η ΕΕ. Στην Μάλτα προ μηνών, μια ακόμη δημοσιογράφος δολοφονήθηκε καθώς ερευνούσε ανάμειξη της πρωθυπουργικής οικογένειας στην διακίνηση μαύρου χρήματος μέσω του τραπεζικού συστήματος της χώρας. Λίγο πολύ και αυτό το γνωρίζουν στις Βρυξέλλες, όπως γνωρίζουν πως ξεπλένουν μαύρο χρήμα πολλές τράπεζες. Έρευνες γίνονται επίσης για διαφθορά εντός της ΕΕ, από την ΟLAF.
Η πάταξη του λαθρεμπορίου στα καύσιμα ήταν μια βασική εξαγγελία του Αλέξη Τσίπρα και του ΣΥΡΙΖΑ που δεν εφαρμόστηκε ποτέ. Όχι γιατί το απαίτησε η Τρόικα, αλλά γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ και η κυβέρνηση δεν θέλουν να χαλάσουν τις σχέσεις τους με όσους κάνουν λαθρεμπόριο. Άλλη εξήγηση δεν υπάρχει. Γιατί όσοι γνωρίζουν τον χώρο των καυσίμων, ξέρουν και ποιοι κάνουν λαθρεμπόριο. Το πρόβλημα δεν σοβαρό. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Εταιρειών Εμπορίας Πετρελαιοειδών (ΣΕΕΠΕ), ο κλάδος συνεχίζει να μαστίζεται από το λαθρεμπόριο, τη νοθεία και τις πειραγμένες αντλίες. Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε σε δημοσιογράφους, ο πρόεδρος του ΣΕΕΠΕ κ. Ρομπέρτο Καραχάννας, την παραβατικότητα διάφορων επιτήδειων πιστοποίησε πρόσφατα και η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ).
Κάθε φορά που μια κυβέρνηση επιχειρούσε να εξισορροπήσει κάπως την κατάσταση και να βελτιώσει την ζωή των εργαζομένων, ο ΣΕΒ έβγαινε στα κάγκελα γιατί διαπίστωνε «επιδείνωση του οικονομικού κλίματος», έκανε λόγο για κινήσεις που πλήττουν την επιχειρηματικότητα και προέβλεπε πολλά δεινά.
Ποτέ όμως ο ΣΕΒ δεν διαπίστωσε πρόβλημα με τα θαλασσοδάνεια, δανεικά και αγύριστα στα μέλη του, ποτέ δεν προέβλεψε κινδύνους για το λεγόμενο «επιχειρείν» από την κατάργηση κάθε προστατευτικού νόμου για τους εργαζόμενους, ούτε ανησύχησε για την εφιαλτική μείωση μισθών και συντάξεων.
