Ανήκουστες δικαιολογίες που ούτε μια «βραχυκυκλωμένη» γλώσσα δεν θα μπορούσε να ξεστομίσει, είπε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Πέτσας, όταν ρωτήθηκε για τις απειλές του Άδωνι Γεωργιάδη εναντίον της εισαγγελέως κατά της διαφθοράς Τουλουπάκη, ότι δηλαδή θα την στείλει φυλακή. Ο Γεωργιάδης είναι ο πολιτικός που ερευνάται από την δικαιοσύνη για πιθανή ανάμειξή του στο σκάνδαλο Νοβάρτις.
Ξαφνικά το σημαντικό γι αυτή τη χώρα δεν είναι η οικονομία, δεν είναι η ανεργία και η μετανάστευση των νέων. Δεν είναι η εξωτερική πολιτική η άμυνα και η ασφάλεια, δεν είναι ούτε καν η παιδεία, ενώ ακόμη και ο κορονοϊός έχει περάσει στο περιθώριο. Το σημαντικό είναι ότι ένας τύπος ονόματι Σάμπι Μιωνής που το ονομα του υπήρχε στην λίστα Λαγκάρντ, υπέκλεψε συνομιλία με τον Νίκο Παππά και η κυβέρνηση της ΝΔ , αντί να την καταδικάσει ως παράνομη, την αποδέχθηκε, την έβαλε στην φαρέτρα της. Και άνοιξε την πύλη της κόλασης…
Του Σωτήρη Σιδέρη
Αν και η δυνατότητα παρέμβασης της διπλωματίας δεν σταματά ποτέ, ο κίνδυνος να βρεθεί η κυβέρνηση σε ένα στρατηγικό αδιέξοδο στις σχέσεις με την Τουρκία , είναι υπαρκτό. Εδώ και αρκετό διάστημα, η Άγκυρα, είτε μέσω δηλώσεων του υπουργού Εξωτερικών Τσαβούσογλου, είτε με παρεμβάσεις του πρέσβη στην Ελλάδα Οζουγκέργκιν, ζητούν από την ελληνική κυβέρνηση να απαντήσει γιατί αρνείται τον διάλογο με στόχο την επίτευξη συμφωνιών στις διαφορές μεταξύ των δύο χωρών.
Η ελληνική κυβέρνηση αποφεύγει δημόσια να απαντήσει και να τεκμηριώσει τις θέσεις της. Το περίεργο είναι ότι δεν διέψευσε ποτέ τους Τούρκους αξιωματούχους ότι έχει υποβληθεί πρόταση για διάλογο, την οποία ούτε ανακοίνωσε όμως, ούτε τα κόμματα και η βουλή γνωρίζουν κάτι. Σποραδικά διάφοροι υπουργοί υποστηρίζουν ότι οι σκληρές και αναθεωρητικές θέσεις της Τουρκίας είναι η αιτία άρνησης του διαλόγου. Στο παρασκήνιο η κυβέρνηση διοχετεύει διάφορα σενάρια που πάντα καταλήγουν στον ίδιο παρανομαστή. Ότι αιτία που οι δύο χώρες δεν συζητούν είναι η στάση της Άγκυρας.
Του Σωτήρη Σιδέρη
Πολλές φορές οι μηχανισμοί των κομμάτων αναπτύσσουν δράση πάνω σε ένα κοινό όραμα και κυριαρχούν στην πολιτική . Άλλοτε όμως , επιδρούν ως γραφειοκρατικά καρκινώματα που γίνονται τροχοπέδη στην ανάπτυξη μιας πολιτικής δύναμης. Καθαρά κόμματα δεν υπάρχουν πλέον και όσα υπάρχουν είναι ιδεολογικά απολιθώματα μιας άλλης εποχής, περιχαρακωμένα από την κοινωνία. Οι ηγεσίες, όταν είναι οραματικές και διαθέτουν σχέδιο και ταυτότητα, ακτινοβολούν και κινητοποιούν τις μάζες. Όταν δεν έχουν εκφυλίζονται και διχάζουν. Ο ΣΥΡΙΖΑ μετά από μια εκρηκτική άνοδο, βιώνει τα υπαρξιακά προβλήματα της πτώσης του μετά από εκλογική ήττα. Αν η εκλογική ήττα μετατραπεί σε στρατηγική οπισθοχώρηση είναι το μείζον ερώτημα . Ο προβληματισμός , με την πάροδο του χρόνου μετατρέπεται σε υπαρξιακή κρίση. Το επόμενο στάδιο μπορεί να είναι η θριαμβευτική επιστροφή του ή η ρευστοποίησή του.
Τα πιάνουν οι Εφοριακοί; Τα πιάνουν οι πολεοδόμοι; Τα πιάνουν οι γιατροί; Τα πιάνουν οι δημοσιογράφοι; Αυτά τα ερωτήματα υπάρχουν εδώ και τρείς δεκαετίες; Σ αυτά τα ερωτήματα απαντήσεις έχουν όλοι. Στο καφενείο, στις ιδιωτικές συζητήσεις, η απάντηση είναι ισοπεδωτική, καταφατική. Όχι αδίκως, γιατί η πραγματικότητα ήταν ισοπεδωτική. Οι Έλληνες πολίτες έχουν ζήσει με το φακελάκι, με το λάδωμα, με την αναζήτηση του κατάλληλου «γνωστού-επιτήδειου» για να κάνουν τη δουλειά τους, ακόμα και όταν έχουν δίκαιο. Και έχουν ζήσει μια δημοσιογραφία ισοπεδωτική, που δεν τους είπε την αλήθεια, για τα μεγάλα και καθοριστικά, δεν στάθηκε στο πλάι τους, αλλά στήριξε ή κατακρήμνισε κυβερνήσεις ανάλογα με τα συμφέροντα. Η εποχή των μνημονίων, καταρράκωσε την αξιοπιστία της δημοσιογραφίας, διαλύοντας και την οικονομική βάση των εκδοτικών επιχειρήσεων.
