Βαγγέλης Καλπαδάκης*
Οι συγκλονιστικές αλλαγές που συντελούνται σε παγκόσμιο επίπεδο και κλονίζουν τις βεβαιότητες, όπως διαμορφώθηκαν μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, απασχολούν και την πανεπιστημιακή κοινότητα και την διεθνή κοινή γνώμη. Η ανασφάλεια, ως κύριο συστατικό της ρευστότητας που προκαλούν οι πόλεμοι και η κατάρρευση του διεθνούς δικαίου, μελετώνται από κυβερνήσεις, κόμματα, εκατοντάδες ινστιτούτα, πανεπιστημιακούς και αναλυτές. Στο πλαίσιο αυτό, το βιβλίο των Κωνσταντίνου Φίλη και Kωνσταντίνου Αρβανιτόπουλου “η νέα παγκόσμια τάξη. Το δίκαιο της ισχύος” εμπλουτίζει σημαντικά την συζήτηση.
Το βιβλίο δεν προσεγγίζει τις εξελίξεις από στενά ιδεολογική σκοπιά, ούτε από φιλοαμερικανική -φιλοδυτική ή αντιαμερικανική -αντιδυτική οπτική. Οι δύο συγγραφείς προσεγγίζουν τις εξελίξεις με ρεαλισμό και αφηγηματική επάρκεια, εμβαθύνουν στα αίτια των κρίσεων, αναπτύσσουν το σκεπτικό τους για δόγματα και επιχειρούν κατάδυση στην πρωτοφανή ωμότητα που χαρακτηρίζεται από την επιβολή της ισχύος, την ανατροπή της παλιάς τάξης και την εγκαθίδρυση μιας νέας παγκόσμιας τάξης, μέσω της ισχύος.
Η τοποθέτηση του εν ενεργεία διπλωμάτη Βαγγέλη Καλπαδάκη στην συζήτηση που έγινε στο Μέγαρο Μουσικής κατά την παρουσίαση του βιβλίου, αποτελεί μια σημαντική συνεισφορά στον εύλογο προβληματισμό που αναπτύσσεται στη χώρα μας, δεδομένου ότι ο Καλπαδάκης έχει διατελέσει επί σειρά ετών διπλωματικός σύμβουλος του Αλέξη Τσίπρα .
Για τους λόγους αυτούς δημοσιεύουμε την ομιλία του, καθώς πιστεύουμε ότι μπορούμε να αντλήσουμε χρήσιμα συμπεράσματα για την πορεία του κόσμου μας.
Όπως υποδηλώνει και ο τίτλος του βιβλίου, βρίσκεται υπό διαμόρφωση μια νέα παγκόσμια τάξη που βασίζεται στο δίκαιο της ισχύος – με κεντρικό πρωταγωνιστή τον Αμερικανό Πρόεδρο, τον Ντόναλντ Τραμπ- και την πολιτική του. Και οι ριζικές αλλαγές αυτές σε παγκόσμιο επίπεδο, προφανώς μας επηρεάζουν και μας αφορούν, όλους. Όπως καθορίζουν και το πλαίσιο στο οποίο κινείται και θα κινείται η ελληνική εξωτερική πολιτική.
Η δύναμη αυτού του βιβλίου είναι το γεγονός ότι προσεγγίζει αυτές τις αλλαγές με ολιστικό τρόπο.
Οι συγγραφείς, για να φτάσουν στις σημερινές εξελίξεις, αναφέρονται εμπεριστατωμένα στην μεταπολεμική και μεταψυχροπολεμική περίοδο και ιδίως στην ισορροπία ΗΠΑ-Ευρώπης.
Και αναγνωρίζουν πολλές από τις αδυναμίες του παγκόσμιου συστήματος των τελευταίων 80 χρόνων.
Αναγνωρίζουν ότι μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου οι ΗΠΑ έφτασαν σε ένα σημείο στρατηγικής υπερεπέκτασης.
Με τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας, τη λογική των στρατιωτικών επιχειρήσεων για την εξάπλωση της δημοκρατίας, τους ανθρωπιστικούς πολέμους και την ταχεία διεύρυνση του ΝΑΤΟ.
Αναγνωρίζουν το πλήγμα στο γόητρο και στην αποφαστιστικότητα της Αμερικής που επέφερε η οικονομική κρίση και οι πόλεμοι στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν. Με αποτέλεσμα μια πολιτική - πολλές φορές αντιφατική - «μερικής αναδίπλωσης». Όπου πχ οι ΗΠΑ στήριξαν τον Πρωθυπουργό της Γεωργίας απέναντι στον Πούτιν, αλλά δεν αντέδρασαν το 2008 όταν η Ρωσία εισέβαλε στη χώρα. Μια αντίστοιχη πολιτική στην Ουκρανία το 2014 και στη Συρία. Και βέβαια η απόσυρση από το Αφγανιστάν το 2020.
Τονίζουν ότι ήδη ο Πρόεδρος Ομπάμα από την πρώτη του θητεία, επισήμανε ότι οι ΗΠΑ έπρεπε να απεγκλωβιστούν σταδιακά από την Ευρασία και τη Μέση Ανατολή και να ενεργοποιηθούν στην Ανατολική Ασία με σκοπό την ανάσχεση της Κίνας (το λεγόμενο pivοt to Asia). Δεδομένου ότι η Κίνα είναι μακράν ο πιο σοβαρός κίνδυνος για την αμερικανική γεωπολιτική και οικονομική πρωτοκαθεδρία.
Και βέβαια, οι συγγραφείς τονίζουν ότι το παγκόσμιο σύστημα που διαμορφώθηκε μετά τον Ψυχρό Πόλεμο βασιζόταν σε μια Pax Americana όπου το διεθνές δίκαιο ήταν μεν «σημείο αναφοράς» αλλά παραβιαζόταν, πολλές φορές από τους ισχυρούς και από τις ίδιες τις ΗΠΑ.
Αυτό που αναδεικνύεται στο βιβλίο είναι ότι η απάντηση της δεύτερης θητείας Τραμπ σε αυτές τις προκλήσεις είναι μια ριζοσπαστική απάντηση που έχει στόχο της διατήρηση της αμερικανικής ηγεμονίας με τη δημιουργία μια νέας παγκόσμιας τάξης. Μιας τάξης που δημιουργεί – όπως επισημαίνουν οι συγγραφείς- μεγάλους κινδύνους για την παγκόσμια σταθερότητα με αμφίβολα οφέλη ακόμα και για τα βραχυπρόθεσμα συμφέροντα των ΗΠΑ.
Έχουμε μια ηγέτιδα δύναμη, που χωρίς να έχει ηττηθεί, ξεθεμελιώνει ένα σύστημα που η ίδια οικοδόμησε και το οποίο στήριξε την ηγεμονία της για 80 χρόνια. Τονίζουν, όμως, οι συγγραφείς - και αυτό αξίζει να συγκρατηθεί - ότι δεν είναι ιστορικά πρωτόγνωρο μια ηγεμονική δύναμη να γίνει αναθεωρητική για να προστατέψει τα συμφέροντά της.
Περιγράφουν, λοιπόν, πώς οι ΗΠΑ πρωταγωνιστούν στην επιστροφή του κόσμου σε μια realpolitik σφαιρών επιρροής και ωμής ισχύος ως μέσου διευθέτησης διαφορών. Μια πολιτική «ευελικτου ρεαλισμού» που βλέπει τον κόσμο όχι σαν ένα σύστημα αξιών υπό την αμερικανική ηγεμονία, αλλά σαν ένα πλέγμα συμφωνιών πολλές φορές βασισμένες σε μια όχι απλά συναλλακτική αλλά νεοαποικιακή λογική.
Σε αυτό το πλαίσιο, το ΝΑΤΟ 3.0 επιστρέφει λίγο πολύ στην λογική του ΝΑΤΟ του Ψυχρού Πολέμου όπου αναβαθμίζει την αποτρεπτική του δύναμη ως αμυντική συμμαχία, αλλά εγκαταλείπει οριστικά την λογική επεμβάσεων σε τρίτες χώρες για την εξάπλωση της δημοκρατίας ή για προληπτικούς πολέμους που είχε το μεταψυχροπολεμικό ΝΑΤΟ.
Την ίδια στιγμή, οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι στο νέο Στρατηγικό Δόγμα τους οι οι ΗΠΑ αποκλείουν μεν την μακροπρόθεσμη στρατιωτική δέσμευση σε τρίτες χώρες με σκοπό την προώθηση της δημοκρατίας, αλλά όχι συνολικά τις στρατιωτικές επεμβάσεις. Έχουμε δει, αλλωστε, πολυάριθμες αμερικανικές στρατωτικές επιχειρήσεις από τον Πρόεδρο Τραμπ με σκοπό την άμεση προάσπιση των αμερικανικών συμφερόντων ή τον μακροπρόθεσμο περιορισμό των αλυσίδων ενεργειακής τροφοδοσίας της Κίνας - όχι μόνο στο Ιράν και στη Βενεζουέλα αλλά και στη Συρία, τη Νιγηρία, το Ιράκ και τη Σομαλία.
Ο Κωνσταντίνος Φίλης τονίζει ότι οι δύο θητείες Τραμπ μπορούν να θεωρηθούν ως διαφορετικές φάσεις του ίδιου εγχειρήματος. Η πρώτη θητεία ήταν ένα πείραμα εξισορρόπησης της ισχύος και των θεσμών. Ενώ η δεύτερη θητεία αποτελεί μια συνολική προσπάθεια εδραίωσης μιας νέας Pax Americana – μιας νέας διεθνούς τάξης – μια αλλαγή παραδείγματος.
Στην πρώτη θητεία του ο Ντόναλντ Τραμπ κέρδισε αναπάντεχα την αμερικανική προεδρία χωρίς να έχει ούτε σχέδιο ούτε ομάδα έτοιμη για διακυβέρνηση. Έτσι βρέθηκε να εξαρτάται από στελέχη του ρεπουμπλικανικού κατεστημένου οι οποίοι μετρίαζαν, καθυστερούσαν ή επαναπροσδιόριζαν τις πολιτικές του. Αντιθέτως, κατά τη δεύτερη θητεία του, πλαισιώνεται από συνεργάτες που συμμερίζονται τις θέσεις του και δεν ανησυχεί για την επανεκλογή του.
Παράλληλα, σε αντίθεση με την πρώτη θητεία του, ο Τραμπ ανέλαβε ξανά την εξουσία με δύο πολέμους να μαίνονται και άρα σε συνθήκες σκληρής ισχύος. Συνθήκες που ευνοούν πολύ περισσότερο την ανάπτυξη της ατζέντας του για έναν κόσμο βασισμένο στο δίκαιο του ισχυρού.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδουν οι συγγραφείς στην σύμπτυξη της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής που αποτελεί σύμφωνα με αυτούς ένα από τα πιο συνεκτικά χαρακτηριστικά το δόγματος Τραμπ. Όπως τονίζουν, ο επανακαθορισμός της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής είναι σε μεγάλο βαθμό εσωτερικός.
Και εδώ έχει ιδιαίτερη αξία – στο πλαίσιο της σύμπτηξης εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής- η εις βάθος ανάλυση του κ Αρβανιτόπουλου για τη θεσμική κρίση της αμερικανικής δημοκρατίας και την ιστορική μετάλλαξη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος που οδήγησε στην εκλογή Τραμπ. Και έχει αξία διότι αναλύει πώς η πόλωση εντάθηκε στο αμερικανικό πολιτικό σύστημα σταδιακά, πριν τον Ντόναλντ Τραμπ. Με αποτέλεσμα να παραλύουν οι κρίσιμοι θεσμοί του αμερικανικού πολιτικού συστήματος που απαιτούν συναινέσεις ή έστω συνεννοήσεις. Και να ευνοείται μια πιο επιθετική προσέγγιση στην πολιτική και ειδικά την εξωτερική πολιτική.
Η πολιτική αυτή βασίζεται στα τρία αλληλένδετα αφηγήματα της κοινωνικής και πολιτικής βάσης του Τραμπ που προσεγγίζουν την μεταψυχροπολεμική τάξη ως μια επαχθή συμφωνία για τον αμερικανικό λαό:
Πρώτον, τους ψηφοφόρους του που έμειναν πίσω, από τις συνέπειες της παγκοσμιοποίησης, της τεχνολογικής επανάστασης και τη αποβιομηχάνισης και άρα αναγνωρίζουν ως προτεραιότητα την προστασία των εισοδημάτων τους μέσω της επιβολής δασμών και της ανάσχεσης της γεωκοικονομικής ισχύος της Κίνας
Δεύτερον, τους ψηφοφόρους του που επηρεάστηκαν από την κόπωση από τις επεμβάσεις σε τρίτες χώρες και απαίτησαν τον περιορισμό του κόστους της στρατιωτικής παρουσίας των ΗΠΑ στο εξωτερικό – και από εκεί υπαγορεύεται μια πολιτική περιορισμού της αμερικανικής εμπλοκής στην Ευρώπη και το Ουκρανικό με μετακύλιση των βαρών στα ευρωπαικά κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ
Τρίτον, τους ψηφοφόρους του που αισθάνονται πολιτισμική και ταυτοτική ανασφάλεια εξαιτίας της μετανάστευσης, της αλλοίωσης της ταυτότητας και της πόλωσης γύρω από τη woke ατζέντα – και από εκεί υπαγορεύεται μια πολύ πιο σκληρή πολιτική, ιδίως στο δυτικό ημισφαίριο σε ζητήματα ασφάλειας συνόρων και εμπορίας ναρκωτικών, όπως και η αποχώρηση από δεκάδες διεθνείς οργανισμούς που επικεντρώνονταν σε προγράμματα αντιμετώπισης διακρίσεων.
Θα ήθελα δε να προσθέσω την πολύ εύστοχη επισήμανση που κάνει ο κ Αρβανιτόπουλος σε σχέση με τις πολιτικές ταυτότητας. Τονίζει ότι αποτέλεσαν «μια φυσική και αναπόφευκτη απάντηση στην αδικία, όπως έδειξαν τα κινήματα Black Lives Matter και Me too. Έφεραν μια κοινωνική αφύπνιση και αλλα΄γές στη δημόσια πολιτική και στις πολιτισμικές νόρμες προς μεγαλύτερη ισότητα».
Αλλά οι πολιτικές ταυτότητες αγκαλιάστηκαν από τα δύο μεγάλα κόμματα με τρόπο διχαστικό (μισαλλοδοξία, πολιτική ορθότητα).
Και – ειδικά στα αριστερά- οδήγησαν στην πολυδιάσπαση του πολιτικού μηνύματος και της συνοχής που πρέπει να εκπέμπουν τα μεγάλα κόμματα για να ενώσουν ένα εθνικό ακροατήριο.
Και εδώ θα ήθελα να αναφερθώ στην προσωπική μου εμπειρία για τις κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Οι δύο συγγραφείς αναφέρονται συχνά στην πρώτη θητεία Τραμπ που εκλέγεται το 2016.
Και θεωρώ όντως ότι αυτή είναι η κομβική χρονιά για αυτά που έχουμε ζήσει την τελευταία δεκαετία. Και όσοι από εμάς είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε από πιο κοντά τις διεθνείς εξελίξεις θυμόμαστε ότι η οικονομική κρίση είχε τελειώσει, αλλά λίγους μήνες πριν, είχε γίνει η πολύνεκρη τρομοκρατική επίθεση στο Bataklan, ενώ οι επιπτώσεις της νίκης του ISIS στη Συρία και στο Ιράκ ήταν εμφανείς. Και οδηγούσαν μεγάλους πληθυσμούς σε μαζική μετανάστευση - στην πιο σοβαρή προσφυγική κρίση στην Ευρώπη μετά τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Εκείνη την χρονία εξελέγη ο Ντόναλντ Τραμπ, ψηφίστηκε το Μπρεξιτ, έγινε η απόπειρα πραξικοπήματος στην Τουρκία με αποτέλεσμα την ενίσχυση των εθνικιστικών δυνάμεων και οι χώρες Βίσεγκραντ για πρώτη φορά καθόρισαν σε τέτοιο βαθμό την πολιτική της ΕΕ στο μεταναστευτικό.
Γι αυτό θα έλεγα έχει ιδιαίτερη σημασία το μήνυμα αλληλεγγύης και στήριξης στον ελληνικό λαό που έδωσε ο Πρόεδρος Ομπάμα τον Νοέμβριο 2017 από τη χώρα μας. Σε μια κομβική στιγμή για τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις.
Για να επιστρέψουμε στο βιβλίο - οι συγγραφείς συγκρίνουν την εποχή μας με αυτήν το μεσοπολέμου. Μια εποχή ριζικών οικονομικών και τεχνολογικών αλλαγών, με τον εθνικισμό να ενισχύεται παντού και μεγάλες δυνάμεις να αναδύονται και να βρίσκονται σε όλο και μεγαλύτερο ανταγωνισμό. Αναφέρονται στο βιβλίο του Κρίστοφερ Κλάρκ για τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, «Υπνοβάτες» αλλά δεν καταλήγουν οριστικά στο συμπέρασμα ότι υπνοβατούμε προς την καταστροφή. Θεωρούν ότι κινούμαστε προς μια συστημική αλλαγή που επιταχύνει τη μετάβαση σε έναν μεταδυτικό κόσμο. Έναν πολυπολικό δήλαδή κόσμο όπου το κέντρο βάρους θα κινηθεί προς την Ασία.
Είναι χαρακτηριστικό το συμπέρασμά τους ότι η εγκατάλειψη κρίσιμων συμμαχιών από τη Ουάσιγκτων και η αναθεωρητική λογική της, θα ευνοήσει μακροπρόθεσμα τη Ρωσία και την Κίνα. Και θα δώσει σε αυτές τις δυνάμεις λευκή επιταγή για την ανασύσταση των σφαιρών επιρροής τους. Σε αυτό το πλαίσιο, οι συγγραφείς επικρίνουν τόσο την πολιτική κατευνασμού της Ρωσίας στο Ουκρανικό όσο και την πεποίθηση Τραμπ ότι θα μπορούσε με αυτόν τον τρόπο να απαγκιστρώσει την Ρωσία από την Κίνα, ιδίως δεδομένων των πολύ ισχυρών σχέσεών τους σε οικονομικό και ενεργειακό επίπεδο. Παράλληλα, ο Κωνσταντίνος Φίλης αναφέρεται στις στενές σχέσεις Τραμπ-Νετανιάχου, στην ισορροπία του με τα κράτη του Κόλπου και στην «άτεγκτη στάση του» όπως την περιγράφει, απέναντι στο Ιράν και στους Παλαιστινίους. Σε αυτό το πλαίσιο περιγράφονται τόσο τα τραγικά σε ανθρωπιστικό επίπεδο αδιέξοδα στη Γάζα, η στήριξή του στον νέο ηγέτη της Συρίας παρά τις ισραηλινές ενστάσεις και οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει η προοπτική ειρήνευσης στο Ιράν.
Παράλληλα, ιδιαίτερη αξία έχει η ανάλυση του κ Αρβανιτόπουλου ο οποίος αναδεικνύει τη ασυμμετρία των ευρωαμερικανικών σχέσεων μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Με τις ΗΠΑ να στηρίζουν την οικονομική ολοκλήρωση της ΕΕ, αλλά να αντιτίθενται σταθερά στην αυτόνομη αμυντική αναβάθμιση της Ευρώπης. Επισημαίνει ότι η υφιστάμενη περίοδος, λοιπόν, και η πίεση Τραμπ για μετακύλιση των αμυντικών βαρών εντός του ΝΑΤΟ προς την Ευρώπη, δεν αποτελεί μόνο ευκαιρία για την ενίσχυση των αποτρεπτικών της δυνάμεων. Ο κ Αρβανιτόπουλος προτείνει ένα νέο Ατλαντικό Σύμφωνο ΗΠΑ – Ευρώπης που θα αποτρέπει την αποδυνάμωση της Δύσης. Εξασφαλίζοντας μια πιο ισότιμη στρατηγική σχέση μεταξύ των δύο και μια συντεταγμένη- όχι απότομη όπως είναι τώρα- διαδικασία καταμερισμού ευθυνών. Με τις ΗΠΑ να επικεντρώνονται στην Ανατολική Ασία και την Ευρώπη να αναβαθμίζει τον αμυντικό ρόλο της εντός του ΝΑΤΟ, αλλά και στο πλαίσιο της ΕΕ.
Προφανώς, για όλους μας, ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κεφάλαια του βιβλίου είναι αυτό για τις σχέσεις των ΗΠΑ με την Ελλάδα και την Τουρκία. Περιγράφει τις δυσκολίες στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις κατά την πρώτη θητεία Τραμπ λόγω της στήριξης των ΗΠΑ στους Κούρδους της Συρίας απέναντι στον Ασάντ, λόγω της σύλληψης του Πάστορα Μπράνσον, λόγω της προσέγγισής της με τη Ρωσία και την Κίνα (ιδίως δε του θέματος των S-300) και βέβαια λόγω της επιθετικής της πολιτικής εις βάρος της Ελλάδας και της Κύπρου. Η πορεία των ελληνοαμερικανικών σχέσεων είναι η ακριβώς αντίστροφη.
Ο Κωνσταντίνος Φίλης αναφέρεται στην απόφαση για αναβάθμιση των F-16 το 2017, στην δημιουργία του FSRU στην Αλεξ/πολη, στην καθιέρωση του Στρατηγικού Διαλόγου τον Δεκέμβριο του 2018, στην καθιέρωση του σχήματος 3+1 τον Μάρτιο του 2019, στη θέσπιση του EastMed Act από το Κογκρέσσο το 2019 που προβλέπει την άρση του εμπάργκο όπλων στην Κύπρο και στην αναβάθμιση της Συμφωνίας Αμοβαίας Αμυντικής Συνεργασίας το 2019 και 2021.
Παράλληλα, υπογραμμίζει τη σημασία που είχε η υπογραφή της Συμφωνίας των Πρεσπών για τον ρόλο της Ελλάδας στην ευρύτερη περιοχή και τις σχέσεις με τις ΗΠΑ. Άλλωστε ο κ Φίλης έχει αναφερθεί και σε άλλες δημοσιεύσεις του στη σημασία που είχε αυτή η Συμφωνία για το ξεπάγωμα της ευρωπαικής προοπτικής ξαναβάζοντας την ΕΕ στα Βαλκάνια εκεί που αλώνιζαν ξένες δυνάμεις. Παράλληλα, συνέβαλε σημαντικά στην αναβάθμιση του ρόλου της χώρας ως παράγοντα ειρήνης και σταθερότητας. Και έχει ιδιαίτερη αξία ότι σήμερα η Ελλάδα προετοιμάζεται για την Προεδρία της της ΕΕ το 2027 βάζοντας τα δυτικά βαλκάνια και την ένταξη του Μαυροβουνίου στο κεντρο των πρωτοβουλιών της.
Την ίδια στιγμή και παρά τις δύσκολες σχέσεις με την Τουρκία, όπως επισημαίνει ο κ Φίλης, οι ΗΠΑ «δεν καταστούν την εξαναγκαστική αντιμετώπιση της Τουρκίας επίκεντρο της εξωτερικής πολιτικής τους» όπως φάνηκε με την πολύ ήπια αντίδραση κατά την υπογραφή του παράνομου τουρκολιβυκού μνημονίου.
Κατά τη δεύτερη θητεία Τραμπ, οι σχέσεις με την Τουρκία ενισχύονται παράλληλα με τις ελληνοαμερικανικές, με σημείο αναφοράς την επίσκεψη Ερντογάν στις ΗΠΑ, την αμερικανοτουρκική προσέγγιση στο θέμα της συριακής κυβέρνησης και τη συνεργασία στο ενεργειακό τομέα. Ωστόσο φαίνονται και τα όριά τους, καθώς δεν ξαναμπαίνει η Τουρκία στο Πρόγραμμα των F16. Παράλληλα, η Ελλάδα ενισχύει τις σχέσεις της περαιτέρω με την ένταξη στο πρόγραμμα F35, την ανάδειξη της Αλεξ/πολης ως κόμβου στρατιωτικής κινητικότητας, την ενίσχυση του ρόλου της στην εισαγωγή αμερικανικού LNG και την παρουσία του πολεμικού ναυτικού στην Ερυθρά Θάλασσα.
Η ανάλυση Φίλη συνολικά για τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις έχει ιδιαίτερη σημασία και γι’αυτό θα ήθελα να αναφερθώ σε δύο αποσπάσματά του.
Πρώτο απόσπασμα. Όπως τονίζει – Όσο βαθύτερα δένονται αμερικανικά κεφάλαια, τεχνολογίες και εκπαιδευτικές υποδομές με ελληνικές εγκαταστάσεις και θεσμούς, τόσο ισχυρότερο το κίνητρο διατήρησης της σχέσης σε υψηλό επίπεδο από τις ΗΠΑ, ακόμα και αν ο Λευκός Οίκος επιχειρήσει επανεκκίνηση με την Τουρκία. Και μάλιστα αναφέρει πιο συγκεκριμένα ότι με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Ιράν ο ρόλος της Ελλάδας αναβαθμίζεται, αλλά αυξάνονται και οι κίνδυνοι στοχοποίησής της.
Λίγο πιο κάτω ο κ Φίλης προσθέτει – Η Ελλάδα θα πρέπει μεν να προσαρμοστεί στις επικρατούσες συνθήκες, εντούτοις σε καμία περίπτωση δεν την ωφελεί να ευθυγραμμίζεται ή να επικροτεί κάθε αμερικανική ενέργεια, πόσο δε μάλλον όταν αυτές είναι είτε παράλογες είτε παράνομες. Η Αθήνα πρέπει να τηρήσει μια λεπτή ισορροπία: να δώσει έμφαση και να αναζητήσει πεδία όπου η συνεργασία με τις ΗΠΑ είναι αμοιβαία επωφελής και να ενδυναμώσει ουσιαστικά την παρουσία της στις περιφερειακές διεργασίες, προσφέροντας πρακτικές λύσεις σε διαχρονικά προβλήματα.
Νομίζω ότι η διατήρηση της ισορροπίας αυτής ανάμεσα στα δύο αυτά αποσπάσματα, έχει ιδιαίτερη, διαχρονική αξία για τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις.
Και φέρνει στο νου δύο ευρύτερες σκέψεις για την εξωτερική πολιτική της Ελλάδας.
Πρωτον, ένα άλλο βιβλίο του Κωνσταντίνου Φίλη και του Μάκη Προβατά που αναφέρεται σε μια πολύ χρήσιμη έννοια - την έννοια του «διεκδικητικού πατριωτισμού». Στις ελληνοαμερικανικές σχέσεις αλλά και σε όλα τα κρίσιμα πεδία της εξωτερικής πολιτικής όπως την αναλύουν οι δύο συγγραφείς. Δηλαδή τη διατήρηση μιας διεκδηκτικής στάσης στη διαμόρφωση γεωπολιτικών συνεργασιών, στην αναβάθμιση των αποτρεπτικών μας δυνάμεων, στην αξιοποίηση εργαλειών ήπιας και σκληρής ισχύος και στην ανάπτυξη μιας ενεργητικής στρατηγικής λύσης και λύσεων σε διαχρονικά προβλήματα, όπως λέει ο κ Φίλης. Που να θωρακίζει μακροπρόθεσμα τα εθνικά μας συμφέροντα διασφαλίζοντας την ίδια στιγμή, την ειρήνη και τη σταθερότητα στην περιοχή μας.
Δεύτερη σκέψη, αφορά τον κ Αρβανιτόπουλου που σε πρόσφατο δημοσίευμά του- αναφερόμενος στην μεταβατική περίοδο προς μια νέα παγκόσμια τάξη -τονίζει τη σημασία που έχει «η πολυδιάστατη διπλωματία της Ελλάδας που διευρύνει τις σχέσεις της χώρας με αναδυόμενες δυνάμεις πέραν της Δύσης». Και έτσι ενισχύει και τον διεθνή ρόλο και τη κύρος της χώρας και τη διαπραγματευτική της θέση στο πλαίσιο των ελληνοαμερικανικών σχέσεων.
