Δύο γεγονότα μόλις με απόσταση λίγων ωρών, βυθίζουν όλο και πιο πολύ το κράτος δικαίου στην Ελλάδα. Το πρώτο , η απόφαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Τζαβέλλα να μην προσέλθει στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής για να απαντήσει στα θυελλώδη ερωτήματα που ο ίδιος προκάλεσε με τους χειρισμούς του στις υποκλοπές. Η δεύτερη αφορά τον χειρότερο, τον πιο αισχρό και πιο σκοτεινό ίσως, υπουργό Δικαιοσύνης, τον Φλωρίδη, που με νυχτερινή τροπολογία οδηγεί στον παραμερισμό της Ευρωπαικής Εισαγγελίας και εισαγωγή ειδικής διαδικασίας για την αντιμετώπιση ποινικών αδικημάτων από μέλη της βουλής.
Η δεύτερη κίνηση είναι σαφέστατη πολιτική κίνηση μία από τις δεκάδες της κυβέρνησης που έχει κάνει κουρέλια το κράτος δικαίου για να συγκαλύπτει τις ποινικές ευθύνες των μελών της και των βουλευτών της. Η περίπτωση Τζαβέλλα , απλά βουλιάζει και τον Άρειο Πάγο στην ανυποληψία, αλλά είναι προφανές πως κυβέρνηση και Άρειος Πάγος βαδίζουν στον ίδιο βάλτο. Η περίπτωση Φλωρίδη προκάλεσε οργή και αντιμετωπίστηκε στη βουλή, αλλά προκάλεσε οργή και στην Λάουρα Κοβέσι που αντέδρασε άμεσα. Για τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταπέλτης είναι η δήλωση του δικηγόρου Ζαχαρία Κεσσέ.
Ο Κεσσές αναφέρει στη δήλωσή του ότι “ο κ. Τζαβέλλας επέλεξε να κρυφτεί και αυτό είναι μια περαιτέρω απόδειξη της ακαταλληλότητάς του, καθώς ούτως ή άλλως οι κρίσεις του στην υπόθεση των υποκλοπών κινήθηκαν πέρα από τα όρια της κοινής λογικής. Ο ίδιος αδιαφόρησε για αδιαμφισβήτητα αποδεικτικά στοιχεία και λειτούργησε με τέτοιο τρόπο που ούτε οι συνήγοροι των κατηγορούμενων δεν θα είχαν τολμήσει. Ο κ. Τζαβέλλας συντονίστηκε με τις επιθυμίες της εκτελεστικής εξουσίας και συνέβαλε στη συγκάλυψη της υπόθεσης. Ως εκ τούτου η επίκληση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών εκ μέρους του αποτελεί πράξη μέγιστης υποκρισίας.
Η απόφαση του κ. Τζαβέλλα να μην εμφανιστεί στο Ελληνικό Κοινοβούλιο είναι θλιβερή και αντιπροσωπευτική του αρνητικού τρόπου με τον οποίο έχει επιλέξει να μνημονεύεται στο μέλλον. Το ελάχιστο που θα έπρεπε να πράξει θα ήταν να εμφανιστεί και να υποστηρίξει τη θέση του, ακόμη και αν αυτή στηριζόταν στο ότι δεν έχει υποχρέωση λογοδοσίας για μια εισαγγελική του κρίση».
Η Ευρωπαική Εισαγγελία δεν έμεινε με σταυρωμένα χέρια και σήκωσε το γάντι. Απαντώντας στην κίνηση Φλωρίδη αναφέρει:
«Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έλαβε γνώση της πρόθεσης των ελληνικών αρχών να τροποποιήσουν τον εθνικό Ποινικό Κώδικα με σκοπό την εισαγωγή ειδικής διαδικασίας για την αντιμετώπιση ποινικών αδικημάτων που φέρονται να έχουν διαπραχθεί από μέλη του Κοινοβουλίου.
Με βάση τα όσα γνωρίζουμε για την προβλεπόμενη νομοθετική αλλαγή, ανησυχούμε ιδιαίτερα για την ταχύτητα της νομοθετικής διαδικασίας. Οι πιθανές επιπτώσεις των αλλαγών είναι ευρείες και η βιαστική έγκρισή τους, η οποία δεν αφήνει καμία ουσιαστική ευκαιρία για σωστό έλεγχο ή συζήτηση, φαίνεται να αντιβαίνει στην αρχή της ειλικρινούς συνεργασίας όσον αφορά την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ στην Ελλάδα».
