Του Στράτου Βαλτινού
Η κλεψύδρα του χρόνου αρχίζει να αδειάζει για τον Αλέξη Τσίπρα. Μια σειρά από παράγοντες τον οδηγούν σε επιτάχυνση των βημάτων του για την επανάκαμψη στο δημόσιο βίο ως ιδρυτή νέου κόμματος. Κορυφαίος λόγος η πίεση που νοιώθει ο ίδιος από την κοινωνία για να μετουσιώσει τον λόγο σε πράξη και να μορφοποιηθεί η προοδευτική παράταξη με μια νέα διάταξη δυνάμεων. Ο αρχικός αυθορμητισμός έχει χαθεί. Ταυτόχρονα έχει κάνει τον κύκλο της η επίδραση που άσκησε στην Αριστερά, το βιβλίο του, η Ιθάκη. Εκ των πραγμάτων είναι η ώρα των αποφάσεων. Το κενό στην προοδευτική παράταξη εκφράζεται με μεγάλη ένταση σε επίπεδο ηγεσίας.
Ο κατακερματισμός των δυνάμεων και η αδυναμία να υπάρξει μια ενιαία πολιτική έκφραση απέναντι στη ΝΔ και την ακροδεξιά, έχει οδηγήσει στην πολιτική και οργανωτική αδράνεια χιλιάδων πολιτών που απλά περιμένουν τον Αλέξη Τσίπρα. Αυτό του το επισημαίνουν συνεργάτες του. Το γεγονός επίσης ότι από το 2023 μέχρι σήμερα δεν εμφανίστηκε καμία προσωπικότητα που να ξεχωρίσει , καθιστά τον ρόλο του πρώην πρωθυπουργού καταλυτικό. Το ζήτημα είναι αν ο Τσίπρας θα μπορέσει να ενώσει όλα τα κομμάτια της Αριστεράς ή θα διχάσει.
Η ΝΔ και ο Κυριάκος Μητσοτάκης προετοιμάζονται για να αντιμετωπίσουν τον Αλέξη Τσίπρα κατά κύριο λόγο. Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι ο Τσίπρας μπορεί να ενώσει και εμφανιστεί ως η εναλλακτική λύση στη ΝΔ, αλλά και η εδραιωμένη πλέον αντίληψη σε μεγάλα τμήματα της κοινής γνώμης, ότι η ΝΔ δεν μπορεί να εμφανίσει μια βελτιωμένη εικόνα του εαυτού της, καθώς βουλιάζει στα σκάνδαλα και στην εξυπηρέτηση συμφερόντων. Όπως σαφέστατα προκύπτει από την ανάλυση των δημοσκοπήσεων, μεγάλο μέρος της κοινωνίας δεν πείθεται από τη ΝΔ και θέλει πολιτική αλλαγή. Και το αίτημα για πολιτική αλλαγή δεν υπάρχει άλλος, πλην του Αλέξη Τσίπρα που να μπορεί να το εκφράσει. Γύρω από αυτούς τους άξονες θα κινηθεί η αντιπαράθεση Μητσοτάκη -Τσίπρα.
Αξίζει να επισημανθεί ότι το επικοινωνιακό δόγμα της ΝΔ και του πρωθυπουργού για την ανάγκη σταθερότητας βρίσκει μικρή ανταπόκριση στην προοδευτική παράταξη . Και θα αμβλυνθεί ακόμη περισσότερο ως δόγμα, με την εμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα ως ιδρυτή και αρχηγού κόμματος. Ο λόγος είναι ότι ο Αλέξης Τσίπρας είναι αυτός που σταθεροποίησε την Ελλάδα μετά από την χρεοκοπία της χώρας και είναι αυτός που παρέδωσε στον Κυριάκο Μητσοτάκη μια σταθερή Ελλάδα, με μεγάλα αποθέματα στα δημόσια ταμεία, με σαφή γεωπολιτικό προσανατολισμό και με ένα μεγάλο πρόβλημα , το μακεδονικό, λυμένο.
Κατά συνέπεια, ο Τσίπρας και μόνο είναι αυτός που μπορεί να εμφανιστεί ως εγγυητής της σταθερότητας και όχι τόσο ο Μητσοτάκης. Γιατί τα σκάνδαλα, όπως οι υποκλοπές , τα δις των απευθείας αναθέσεων, ο ΟΠΕΚΕΠΕ, η κατάσταση του ΕΣΥ τα αποτυχημένα ιδιωτικά πανεπιστήμια, η κατάρρευση της αγοραστικής δύναμης και το κράτος δικαίου, δεν χρωματίζουν τον Τσίπρα, αλλά τον Μητσοτάκη. Παράλληλα, η πρόκληση φόβου σχετικά με τις γεωπολιτικές εξελίξεις δεν φαίνεται ότι επιδρούν ιδιαίτερα. Όσο η χώρα έχει έλλειμμα δημοκρατίας, κραυγαλέες ανισότητες, προβλήματα ακρίβειας , στέγης κλπ, ποια σταθερότητα επικαλείται ο πρωθυπουργός;, πέραν του ότι η κοινωνία δεν θέλει εμπλοκή στις πολεμικές κρίσεις, στις οποίες ωθεί την Ελλάδα ο πρωθυπουργός.
Υπό αυτή την οπτική, αν ο πρώην πρωθυπουργός αντιπαρατεθεί με τον διάδοχό του στο Μέγαρο Μαξίμου σε τέτοια ζητήματα , ο Μητσοτάκης θα είναι ο χαμένος και όχι ο Τσίπρας. Για τον λόγο αυτό, είναι σχεδόν βέβαιο ότι με την εμφάνιση του Τσίπρα, η ΝΔ θα αλλάξει αφήγημα. Επίσης, επιστροφή στο 2015 δεν μπορεί να υπάρξει και κανέναν πολίτη δεν συγκινεί πλέον. Οπότε και το ζήτημα αυτό δεν προσφέρει τίποτα.
Είναι λοιπόν λογικό, ο Τσίπρας να θέλει να υπηρετήσει το αίτημα μιας πολιτικής αλλαγής, αφού είναι και κοινωνικό αίτημα, οπότε ο πρωθυπουργός δεν μπορεί να αντιπαρατεθεί στο κεφάλαιο αυτό. Ο Μητσοτάκης θα γίνει πιο τοξικός, πιο αντιδημοκρατικός, θα διεμβολίσειμε κάθε τρόπο το ΠΑΣΟΚ και την ακροδεξιά, θα νιώσει πολιορκημένος.
Ναι μεν η πίεση που νιώθει ο Τσίπρας είναι ισχυρή, ταυτόχρονα όμως πρέπει να εμφανιστεί έτοιμος από κάθε άποψη, καθώς στο εξής, λάθη δεν συγχωρούνται,. Οφείλει δηλαδή να έχει ξεκάθαρη τακτική και θέσεις για το ΕΣΥ, τα ιδιωτικά συμφέροντα, τις συνεχιζόμενες ιδιωτικοποιήσεις , τι κράτος θέλει, τι τράπεζες θέλει, τι ενέργεια θέλει, τι εξωτερική πολιτική θέλει.
Ταυτόχρονα, οφείλει και πρέπει να είναι σαφής ως προς τις σχέσεις του με τα άλλα κόμματα της Αριστεράς. Όταν θα απευθύνει προσκλητήριο ενότητας και κοινής δράσης και θα καλέσει τους Αριστερούς πολίτες να ενταχθούν στο κόμμα του, θα πρέπει να ξέρει εκ των προτέρων ποιους θέλει και ποιους όχι, ποια στελέχη θα είναι συνεργάτες του και ποια όχι. Απόλυτες θέσεις και καθαρά κόμματα δεν υπάρχουν και να διεκδικούν εξουσία. Αλλά κόμματα και καθαρές προθέσεις είναι αυτά που μπορούν να κάνουν τη διαφορά.
Αν ο Τσίπρας έχει διδαχθεί από τα λάθη του και αν νιώθει την ένταση του αιτήματος για πολιτική αλλαγή, θα φανεί σύντομα, μετά το Πάσχα.
