Με μια πομπώδη , για τις ανάγκες της επικοινωνίας δήλωση, η νέα εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεωργία Αδειλίνη προκάλεσε ήδη τα πρώτα ερωτήματα ταυτόχρονα με τον διορισμό της. Η διάδοχος του Ισίδωρου Ντογιάκου, ανέφερε ως βασικό πρόβλημα την καθυστέρηση στην απονομή της Δικαιοσύνης, ενώ προφανώς γνωρίζει ότι πέραν αυτού, το μείζον πρόβλημα της Δικαιοσύνης είναι ότι ως θεσμός βρίσκεται πολύ χαμηλά , στον πάτο για την ακρίβεια, της αξιοπιστίας .
Οι μεγάλες υποθέσεις, όπως το σκάνδαλο των υποκλοπών, η έρευνα για τα Τέμπη, ή για το ναυάγιο της Πύλου έχουν ήδη περιβληθεί από μυστικότητα. Είναι όμως σε όλη την Ελλάδα προφανές, ότι ο Ισίδωρος Ντογιάκος δεν είχε ευαισθησίες ως προς την δημοσιότητα, αλλά ως προς τις πιθανές ευθύνες της κυβέρνησης, γι αυτό και επικρίθηκε έντονα. Οπότε περιμένουμε, αν και όχι με αγωνία τι θα κάνει η νέα εισαγγελέας. Και να μην ξεχνάμε ότι για να διοριστούν η νέα πρόεδρος του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα -Χριστοδουλέα και η Γεωργία Αδειλίνη, ο Κυριάκος Μητσοτάκης κυριολεκτικά “έσκαψε” την επετηρίδα για τις βρει. Τυχαίο; σε καμία περίπτωση. Τους “δικούς” του έψαχνε και φυσικά κρίνεται γι αυτό …
Ειδικότερα, το Υπουργικό Συμβούλιο, μετά από πρόταση του υπουργού Δικαιοσύνης Γιώργου Φλωρίδη, τοποθέτησε στην θέση του προέδρου του Αρείου Πάγουτην αρεοπαγίτη Ιωάννα Κλάπα-Χριστοδουλέα και στη θέση του εισαγγελέα την αντεισαγγελέα Γεωργία Αδειλίνη.
Ειδικότερα, η Ιωάννα Κλάπα-Χριστοδουλέα εισήλθε στο δικαστικό σώμα τον Ιούλιο του 1984 και προήχθη στην θέση της αρεοπαγίτου τον Αύγουστο του 2020 και είναι 3η στην επετηρίδα των αρεοπαγιτών, ενώ παραλείφθηκαν 6 αντιπρόεδροι του Αρείου Πάγου.
Η Ιωάννα Κλάπα-Χριστοδουλέα, ως εφέτης, είχε διενεργήσει με την συνάδελφό της Μαρία Δημητροπούλου την ανάκριση για την υπόθεση της Χρυσής Αυγής, που αποτέλεσε και τη βάση για τις περαιτέρω δίκες.
Πρόσφατα, ως αρχαιότερη αρεοπαγίτης, είχε προεδρεύσει του Ειδικού Δικαστηρίου περί ευθύνης υπουργών για την υπόθεση των τηλεοπτικών αδειών επί ΣΥΡΙΖΑ, με κατηγορούμενους τον πρώην υπουργό Νίκο Παππά και τον επιχειρηματία Χρίστο Καλογρίτσα.
Η κενή θέση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου καλύφθηκε από την αντεισαγγελέα Γεωργία Αδειλίνη, η οποία είναι 7η στην επετηρίδα και αποχωρεί σε δυο χρόνια από τον εισαγγελικό κλάδο. Η κ. Αδειλίνη από την Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής πλειοψήφησε, καθώς ψηφίστηκε από το 4/5 των συμμετεχόντων στην διάσκεψη.
Η κ. Αδειλίνη εισήλθε στο δικαστικό σώμα τον Ιούλιο του 1984 και προήχθη σε αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου τον Οκτώβριο του 2019.
Η κ. Αδειλίνη ήταν στην έδρα της δίκης του Άκη Τσοχατζόπουλου, ενώ ήταν αυτή που πρότεινε την παραπομπή στο Ειδικό Δικαστήριο του πρώην υπουργού του ΣΥΡΙΖΑ, Νίκου Παππά, σε δίκη με την κατηγορία της παράβασης καθήκοντος για την υπόθεση των καταγγελιών του επιχειρηματία Χρήστου Καλογρίτσα.
«Τιμή, αλλά και μεγάλη ευθύνη το αξίωμα που μου εμπιστεύθηκε η Πολιτεία και το οποίο υπηρέτησαν άξιοι προκάτοχοί μου. Ο εισαγγελικός θεσμός συνιστά ένα από τα οχυρά της Δικαιοσύνης και της Δημοκρατίας, αφού εγγυάται τη νομιμότητα, τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των πολιτών και συγχρόνως διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης. Θα συνεχίσουμε να τον υπηρετούμε με τους συναδέλφους μου όλων των βαθμών, με νηφαλιότητα, αλλά και αποφασιστικότητα, με την επιβαλλόμενη κατά περίσταση αυστηρότητα ή επιείκεια, παραμένοντας προσηλωμένοι στο Σύνταγμα και τους νόμους και προστατεύοντας τους συμπολίτες μας, ιδίως τους πιο ευάλωτους, όπως οι ανήλικοι και τα θύματα κάθε είδους βίας.
Όπως είναι εξάλλου σε όλους γνωστό, η Δικαιοσύνη αποτελεί το πρώτο προαπαιτούμενο του πολιτισμού, το δρόμο για την κοινωνική ειρήνη και ευημερία των πολιτών.
Αναγκαίοι όροι για την εκπλήρωση της αποστολής της η ποιότητα και η ταχύτητα, δε νοείται μάλιστα ποιότητα χωρίς ταχύτητα.
Η βραδύτητα στην απονομή της κλονίζει το περί δικαίου αίσθημα των πολιτών, αυξάνει τον κίνδυνο εμπέδωσης του αισθήματος ατιμωρησίας, υποσκάπτει την κοινωνική ειρήνη και ευημερία και πλήττει εν τέλει το κράτος Δικαίου, εκθέτοντας συγχρόνως τη χώρα μας διεθνώς. Θα καταβάλλουμε κάθε προσπάθεια, συνεργαζόμενοι με τους δικαστές, τους δικηγόρους και τους δικαστικούς υπαλλήλους, με σκοπό να επιτύχουμε τη συνολική αναβάθμιση της απονομής της Δικαιοσύνης στη χώρα μας, στο πλαίσιο που ορίζουν οι ανάγκες της κοινωνίας και οι απαιτήσεις ενός σύγχρονου κράτους Δικαίου».
