Ανεξήγητη με πολιτικούς όρους είναι η απόφαση της Τουρκίας να επιστρέψει το Ουρούτς Ρέις στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά στο πλέον οριακό σημείο στο όριο των ελληνικών χωρικών υδάτων, με προφανή στόχο να προκληθεί ελληνική αντίδραση και ένταση. Η κίνηση αυτή σημειώνεται μόλις λίγα 24ωρα από την συμφωνία Δένδια –Τσαβούσογλου να προτείνει η τουρκική κυβέρνηση μια ημερομηνία για την έναρξη των διερευνητικών συνομιλιών. Η κίνηση αυτή πιθανόν να δείχνει την πλήρη απώλεια επιρροής του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών στα πολιτικά πράγματα και την κυριαρχία των στρατιωτικών, που δυναμιτίζει την προοπτική των συνομιλιών.
Του Σωτήρη Σιδέρη
Πρωτοφανή πράγματα, τα σοβαρότερα μετά την τουρκική εισβολή του 1974 συμβαίνουν στην Κύπρο , αλλά και μεταξύ Αθήνας και Λευκωσίας. Οι απειλές που δέχονται είναι κοινές, αλλά η ελληνική κυβέρνηση επιδεικνύοντας αδιανόητη υποχωρητικότητα σε πιέσεις, έχει αποσυνδεθεί πλήρως από το θεωρούμενο επί δεκαετίες κυρίαρχο εθνικό πρόβλημα, με αποτέλεσμα να έχει εκτοξευθεί και ο τουρκικός τυχοδιωκτισμός. Ταυτόχρονα είναι ταπεινωτική η εικόνα του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών να ζητά σχεδόν παρακλητικά από τον Τούρκο ομόλογό του, να οριστεί ημερομηνία έναρξης των διερευνητικών συνομιλιών , αντί να την απαιτήσει και κυρίως να την συνδέσει με την ανάκληση της απόφασης για τα Βαρώσια ή την αποχώρηση των γεωτρύπανων από την ΑΟΖ. Ένας ολόκληρης μηχανισμός υποχωρήσεων, προσαρμογών και πιέσεων κατά της Ελλάδας έχει ήδη αποτελέσματα με την ελληνική κυβέρνηση να φαντάζει ως συνομιλητής τρίτης κατηγορίας. Από την άλλη πλευρά η Άγκυρα έχει εθιστεί στην ρόλο του ισχυρού και γίνεται όλο και πιο απαιτητική, όσο βλέπει ότι η Αθήνα παραπαίει.
Αφιονισμένοι αστυνομικοί έχοντας πλήρη πολιτική κάλυψη από τον υπουργό τους Μιχάλη Χρυσοχοίδη και ιδεολογική καθοδήγηση από τον πρωθυπουργό και κυβερνητικά στελέχη, που συχνά επιδίδονται σε αντικοινωνικά κηρύγματα που εξισώνουν την κοινωνική διαμαρτυρία με την τρομοκρατία, επιδίδονται τις τελευταίες ημέρες σε ένα αμόκ βίας και καταστολής , που όπως όλα δείχνουν είναι μόνο η αρχή . Η απόφαση του Δικαστηρίου για την Χρυσή Αυγή και οι εξαρτήσεις του πρωθυπουργού και της ΝΔ από ολιγαρχικά και πάσης φύσεως συμφέροντα , αιφνιδίασε την κυβέρνηση και την έφερε σε δύσκολη θέση καθώς αποδυνάμωσε πλήρως το αφήγημα της ευημερούσας δημοκρατίας και της θεσμικής προσήλωσης. Η βία ως προέκταση μιας πολιτικής ανισοτήτων ήρθε για να μείνει και όπως έχουμε υποστηρίξει ήδη, είναι απλά τα προεόρτια μιας ακόμη μεγαλύτερης κρίσης που έρχεται , εξαιτίας ακριβώς της αυταρχικής νοοτροπίας της ΝΔ που έχει ομογενοποιηθεί με την ακροδεξιά.
Είναι μια ιστορική απόφαση για την οποία μπορεί η ελληνική δικαιοσύνη να είναι υπερήφανη. Είναι μια μεγάλη νίκη και για την ελληνική κοινωνία (για το μεγαλύτερο τουλάχιστον μέρος της) και μια απόφαση που θα επηρεάσει και τις πολιτικές και κοινωνικές ισορροπίες συνολικά και εντός των κομμάτων. Ειδικά στην ΝΔ.
Η καταδίκη της Χρυσής Αυγής είναι ένα μήνυμα σ όλο τον κόσμο. Είναι η πρώτη φορά μετά τις δίκες των ναζί , που μια ναζιστική-φασιστική οργάνωση καταδικάζεται για εγκλήματα, για την συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης. Η «Χρυσή Αυγή» είναι το πρώτο φασιστικό κόμμα που καταδικάζεται για τον χαρακτήρα του και την συνολική του δράση, με βάση πάντα τις συγκεκριμένες εγκληματικές ενέργειες. Η καταδίκη της σηματοδοτεί κατ επέκταση και την πολιτική απόρριψη των συνθημάτων της ακροδεξιάς, του μίσους, του ρατσισμού, του διχασμού των κοινωνιών.
Πριν και πάνω απ όλα είναι απόδοση δικαιοσύνης για την μητέρα του Παύλου Φύσσα, Μάγδας, στο πρόσωπο της οποίας συμβολίζονται όλα τα παραπάνω, η γενικότερη σημασία αυτής της ιστορικής απόφασης.
Του Σωτήρη Σιδέρη
Η απόφαση του Δικαστηρίου για την Χρυσή Αυγή, το ενιαίο ιδεολογικό υπόβαθρο των Μητσοτάκη -Σαμαρά όχι μόνο ως προς την θεωρία των δύο άκρων, αλλά πλέον ως προς την διολίσθηση σε διχαστική πολιτική προοιωνίζονται μεταβολές στο πολιτικό σκηνικό. Ο μετασχηματισμός της ΝΔ σε ένα κόμμα που οχυρώνεται και οικοδομεί το στρατήγημα του εσωτερικού εχθρού και αποκτά πλέον ακροδεξιά ταυτότητα, δρομολογείται ήδη. Ιστορικά, όλες αυτές οι μεταλλάξεις των δεξιών κομμάτων είχαν πάντα την στήριξη και την υποκίνηση του μεγάλου κεφαλαίου. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη και η ΝΔ ως κόμμα πυλώνας της δεξιάς και των διαφορετικών εκφάνσεων που καλύπτουν πλέον και την ακροδεξιά, βαδίζει θεσμικά στον δρόμο που άνοιξε ο Στηβ Μπάνον, ο Τραμπ, ο Όρμπαν, ο Μπολσονάρου και άλλοι.
